Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

κάλπικη τρέλα

Ήμουν πεπεισμένος πως δεν υπέφερε από αυθεντική τρέλα.
Ήμουν σίγουρος πως ήξερε.
Ήξερε πως τον βλέπαμε, πως τον ακούγαμε και πως τον σχολιάζαμε.
Μια κάλπικη κι εφήμερη τρέλα, που ο ίδιος γνώριζε καλά από που πηγάζει και προς τα που εκβάλλει.
Απλώς.. μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει να οριοθετήσει την απόσταση, να την καταστήσει μετρήσιμη.
Την "τρέλα" του.
Την εφήμερη.
Την ψεύτικη.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη τον συνάντησα στα πέριξ της Ρωμαϊκής Αγοράς της πόλης.
Τον ρώτησα -δήθεν αδιάφορα- γιατί κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε, πάνω-κάτω και εναλλάξ.
Τι μου απάντησε;

"Φτιάχνω με το νου μου μια μεγάλη μπάλα από μαύρες σκέψεις, την υψώνω στον αέρα με τα δυο μου χέρια και σας κρύβω τον ήλιο. Διότι, φίλε μου, ο ήλιος όποιον βρει γυμνό και αγαθό τον καίει. Τον τσουρουφλίζει μέχρι το μεδούλι. Κι ύστερα, ψάχνει ο ζεματισμένος τη βροχή - κι ας είναι μαύρη - για να δροσιστεί."

Σίγουρα δεν ήταν αληθινά τρελός.