Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

παρακαλώ, κύριε.

Σας διάβασα. Με διαβάσατε.
Σας άρεσα. Με αντιγράψατε.
Η δουλειά σας είναι. Δεν είναι η δική μου.
Εγώ λογιστικά σπούδασα. Δεν σπούδασα συγγραφέας.

Μια λέξη εδώ, δυο φράσεις παρακεί, μια ολόκληρη παράγραφος.
'Ένα κείμενο.
Μια ζωή?
Όχι, όχι μια ζωή. Δεν είναι αυτά η ζωή.
Μα, κι η ζωή δεν ξέρω τι είναι.
Δεν σπούδασα ζωή.

Ό,τι βγήκε, πέταξε, κολύμπησε ή περπάτησε προς τα σένα φίλε μου, βγήκε μέσα από το κεφάλι μου.
Χαίρομαι που το πήρες από το χέρι και το οδήγησες παραπέρα.
Να 'ξερες πόσο χαίρομαι! Αλήθεια.
Συχνά, είναι δύσκολο να θυμάσαι ποιες σκέψεις είναι δικές σου και ποιες έχεις πάρει από αλλού.
Άλλοθι.

Εγώ μικρός, δεν έπαιζα ούτε με κούκλες, ούτε με αυτοκινητάκια.
Εγώ μικρός έπαιζα με τους ανθρώπους.
Κι όταν μεγάλωσα, έπαιξα τον άνθρωπο.
Και είμαι καλός σ'αυτό το ρόλο.

Μέντορας μου ο Ζαν Μαρί Ντεκαπάζ.

elwindupbird


Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

τι θε να πει ο Ζαν Μαρί?

Εγώ γράφω, αυτοί σβήνουν.
Αυτοί σβήνουν, εγώ ξαναγράφω.
Εγώ που γράφω, λερώνω τα χέρια μου.
Αυτοί που σβήνουν, φορούν γάντια.
Εγώ γράφω και γι'αυτούς.
Αυτοί σβήνουν μόνο για τον εαυτό τους.
Εγώ δεν θα γίνω τίποτα. Είμαι.
Αυτοί κάτι θέλουν να γίνουν. Ποτέ δεν θα είναι.

"Όμορφη η πόλη μας κι ωραίοι εθελοντές." ..γράφουν.
"Όμορφα θα καεί η πόλη σας... απ'τους Δενθελωντές!" ..τους σβήνω.


***Γραμμένο σε κίτρινο τετράγωνο χαρτάκι - υπογεγραμμένο από τον Ζαν Μαρί Ντεκαπάζ ντε λα Καργιόλ - το παραπάνω μήνυμα γλίστρησε  κάτω από την πόρτα μου, νωρίς το πρωί.


Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

δεν φταίνε τα φεγγάρια..

 Όχι φίλε μου, όχι. Σίγουρα δεν φταίνε τα φεγγάρια. Σου το λέω εγώ που το ξέρω πια καλά.

μου είπε, βγάζοντας ένα ακόμη τσιγάρο από το πακέτο της.
το άναψε και συνέχισε..

εγώ υπήρξα με τα φεγγάρια.
ένα φεγγάρι ήμουν για σένα,
ένα άλλο, πιο φωτεινό, για κάποιον άλλο,
ένα σκοτεινότερο γι'αυτόν που μας ακούει τώρα.
Υπήρξα που λες, μόνο με τα φεγγάρια, μα καθόλου δεν πείστηκα ποτέ μου πως είχα δίπλα μου αστέρια.
Κι ας μοίραζα φως! Φως άπλετο, διάχυτο, πολλές φορές εκτυφλωτικό. 
Αστέρια πάντως γύρω μου δεν νομίζω να πρόσεξα ποτέ μου.
Ένα φεγγάρι φίλε μου μοναχικό.
Ένα για τον καθένα και τίποτα για μένα.

σταμάτησε απότομα να μιλά, όπως όταν σβήνουν τα φώτα και πέφτει απόλυτο σκοτάδι.
έτσι όπως την κοίταζα, μου φάνηκε πως άλλαζε χρώμα, πως γινόταν γκρίζα, σκοτεινότερη.
θα έπαιρνα σχεδόν όρκο πως ο καπνός που ξεφυσούσε ήταν κατάμαυρος και είχε γεύση πίκρας.
κι έπειτα από λίγο συνέχισε..

Καμιά φορά σκέφτομαι πως υπάρχει ένας συλλέκτης φεγγαριών, ο οποίος θα με δει και θα δώσει ιδιαίτερη σημασία στην παρουσία μου. Θα του είμαι ποθητή μέχρι να μ'αποκτήσει και δεν θα είμαι ένα ακόμη φεγγάρι γι'αυτόν. Κι έτσι θα μείνω για πάντα στη συλλογή του, αυτόφωτη και ασφαλής.

με κοίταξε, χαμογέλασε κάπως βιαστικά και σηκώθηκε. έβγαλε από το πορτοφόλι της ένα χαρτονόμισμα και το άφησε δίπλα από το άδειο της πακέτο. έβαλε το πανωφόρι της, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και στράφηκε προς την έξοδο. κάνοντας δυο βήματα και πριν κλείσει η πόρτα πίσω της, κοντοστάθηκε και αντί για καληνύχτα μου είπε..
όχι φίλε μου. όχι. σίγουρα δεν φταίνε τα φεγγάρια...




Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

κάλπικη τρέλα

Ήμουν πεπεισμένος πως δεν υπέφερε από αυθεντική τρέλα.
Ήμουν σίγουρος πως ήξερε.
Ήξερε πως τον βλέπαμε, πως τον ακούγαμε και πως τον σχολιάζαμε.
Μια κάλπικη κι εφήμερη τρέλα, που ο ίδιος γνώριζε καλά από που πηγάζει και προς τα που εκβάλλει.
Απλώς.. μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει να οριοθετήσει την απόσταση, να την καταστήσει μετρήσιμη.
Την "τρέλα" του.
Την εφήμερη.
Την ψεύτικη.

Ένα απόγευμα του Οκτώβρη τον συνάντησα στα πέριξ της Ρωμαϊκής Αγοράς της πόλης.
Τον ρώτησα -δήθεν αδιάφορα- γιατί κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε, πάνω-κάτω και εναλλάξ.
Τι μου απάντησε;

"Φτιάχνω με το νου μου μια μεγάλη μπάλα από μαύρες σκέψεις, την υψώνω στον αέρα με τα δυο μου χέρια και σας κρύβω τον ήλιο. Διότι, φίλε μου, ο ήλιος όποιον βρει γυμνό και αγαθό τον καίει. Τον τσουρουφλίζει μέχρι το μεδούλι. Κι ύστερα, ψάχνει ο ζεματισμένος τη βροχή - κι ας είναι μαύρη - για να δροσιστεί."

Σίγουρα δεν ήταν αληθινά τρελός.




Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

στάση. στοπ.

χάσαμε μια στάση,
δεν χάσαμε τη διαδρομή..
συμφώνησαν.

-σκέφτομαι να κατέβω στην επόμενη και να περπατήσω προς τα πίσω. 
όλες οι στάσεις ίδιες είναι;;
-εγώ πάλι λέω, να συνεχίσω ως έχει..προς τα μπρος.
όλες οι στάσεις ίδιες δεν είναι;;

διαφώνησαν.
και για μια στάση,
χωρίσαμε (σ)τη διαδρομή..


ομίχλη είναι αυτό γύρω σας ή καπνός;
-ομίχλη·
-καπνός.-


Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το μαύρο κουτί

Στέκομαι όρθιος μπροστά στο μαύρο κουτί. Το παρατηρώ σαν υπνωτισμένος.

Πατάω το κόκκινο κουμπί.
Εικόνες πάνε κι έρχονται, αλλάζουν στο δευτερόλεπτο, χαχανίζουν κι εξαφανίζονται.

Κάθομαι.

Πατάω το μαύρο κουμπί.
Μαύρες ανθρώπινες φιγούρες κατακλύζουν την οθόνη.

Πατάω το χρωματιστό κουμπί. Κουμπί "ουράνιο τόξο".
Και οι σκιώδεις μορφές καλύπτονται με ρούχα, με κοσμήματα, με χαμόγελα, με κέφι.
Τους αναγνωρίζω. Είναι φίλοι και γνωστοί. Φαίνεται πως διασκεδάζουν.

Μια ασπρόμαυρη ανθρώπινη φιγούρα στην άκρη της οθόνης. Εγώ.
Δεν έχει εφαρμογή επάνω μου το κουμπί "ουράνιο τόξο";
Το άσπρο και το μαύρο είναι χρώματα ή όχι; ..αναλογίζομαι..
Κάπου είχα διαβάσει για τον ψεύτικο κόσμο της τηλεόρασης.

Κατεβαίνω στην αποθήκη. Ανοίγω δύο, τρία, πέντε καπάκια. Αναμειγνύω χρώματα, ακρυλικά, ζωντανά, μαγευτικά, πολυκαιρισμένα, μέσα σε έναν κουβά.
Τα ανακατεύω καλά-καλά και ανεβαίνω πάνω.
Στέκομαι και πάλι απέναντι από το μαύρο κουτί. Αυτή τη φορά έχω και παρέα έναν γεμάτο κουβά.
Μια κίνηση... και η τηλεόραση στάζει ουράνιο τόξο! Ξερνάει κοσμήματα, φτύνει χαμόγελα και στάζει...στάζει.. στάζει.
Η αφαίμαξη της ψευτιάς τους.
Το ξεγύμνωμα της θλίψης τους.
Πλέον οι μαύρες σκιές-ανθρώπινες φιγούρες, μοιάζουν σ'εκείνη την ασπρόμαυρη μορφή που στέκεται στην άκρη της οθόνης.
Μοιάζουν.. μα τους λείπει το λευκό.
Μόνο μαύρο.
Καμιά ισορροπία.
Μηδενική συμπόνοια.
Δεν την αξίζουν.
Δεν τη θέλουν.

"Να τους αγαπάς, μα να μην τους συναναστρέφεσαι" ακούω μια φωνή να βγαίνει εκκωφαντική από το ηχείο της τηλεόρασης.
"Μα εγώ δεν αγαπώ ποτέ" απαντώ διστακτικά.
...είμαι υπερβολικά άχρωμος για ν'αγαπώ.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

το πλατύ χαμόγελο

..να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω..


χθες το βράδυ κάποια φορούσε -ομολογουμένως αρκετά επιτυχημένα- το πλατύ σου χαμόγελο.
πλησίασα για να κοιτάξω από πιο κοντά.
θα μπορούσες να ήσουν εσύ, σκέφτηκα.
μου πήρε ένα τέταρτο της ώρας για να σιγουρευτώ.
ήταν απλά ένα πλατύ χαμόγελο.
όχι "το πλατύ χαμόγελο"..

..να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω..














Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Διακοπή

Ένα βράδυ του Ιούνη, καθόμουν στη βεράντα παρέα με την κουνιστή μου πολυθρόνα και καθώς αναλογιζόμουν πως δεν πρόκειται να πάω πουθενά φέτος το καλοκαίρι, αποφάσισα να κάνω μερικές εσωτερικές αλλαγές. (Εκ του αποτελέσματος, σίγουρο είναι πως δεν χρειάζονταν εσωτερικές αλλαγές, αλλά μάλλον εσώψυχες..)

Ξεκίνησα λοιπόν -από το επόμενο πρωί- για να τ'αλλάξω όλα!
Να βάλω μία τάξη. Να μπει καινούριος αέρας.
Άλλαξα πρώτα την καμμένη λάμπα στην κουζίνα.
Άρχισα να σκουπίζω.
Μετά σφουγγάρισα.
Ξεσκόνισα.
Έβαλα πλυντήριο.
Έπλυνα τα πιάτα.
Έξυσα τους τοίχους.
Τους έβαψα.
Μπλε.
Γκρέμισα άλλους τοίχους.
Έσπασα τα πατώματα.
Έβαλα πλακάκια.
Έχτισα δυο καινούριους τοίχους.
Άλλαξα τις κουρτίνες. Την εξώπορτα. Την κλειδαριά.
Δεν άλλαξα τους γείτονες. Δεν έφευγαν.
Δεν άλλαξα την οδό. Ήταν ανεξίτηλη απ'την πολυκαιρία.
Έχτισα δυο πύργους στην αυλή. Δυο μάτια άγρυπνα για τους εισβολείς.
Με είπαν τρελό.
Κάηκε η λάμπα στην κουζίνα.
Διακοπή.
Διακοπές.
Έφυγα.
Επιστρέφω όταν.. επιστρέψω.



Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

30 χαμόγελα

Τους αρέσω ξυπνητός, όρθιος, γεμάτος ενέργεια, να μεταδίδω την γοητεία μου σε καθετί που αγγίζω.
Και γω.. πρέπει να επιβιώσω κάπως.
Συμβιβάζομαι με την αηδία.

Άκου να σου πω πως τα καταφέρνω.
Έχω φτιάξει 30 χαμόγελα. Κάθε πρωί φοράω κι από ένα. Μέχρι το βράδυ κρατώ το ίδιο χαμόγελο. Είναι αυτό που θα ευθυνόταν για τις ρυτίδες στο πρόσωπό μου. Μα τις κατάφερα κι αυτές. Τις απαγόρευσα  να σκαλίσουν την επιφάνεια. Τις απαγόρευσα να εισβάλλουν και στα ενδότερα.
Πώς?

Όταν τελειώνει η μέρα και γυρίζω στο αρχοντικό μου, αποστειρώνομαι.
Μπαίνω στον ειδικό θάλαμο αποκατάστασης για 8 ώρες. Με χρονοδιακόπτη.
Όταν βγω από το θάλαμο, θυμάμαι μόνο όσα τα πρέπει. Ετοιμάζομαι, φοράω ένα από τα 30 χαμόγελα, το καπέλο μου και ξεκινάω τη μέρα.
Μία μέρα από τις 30 του μήνα.
Όταν ο μήνας έχει 31 μέρες, εκείνη την τελευταία τη χαρίζω στον εαυτό μου.
Ούτε θαλάμους, ούτε αποστείρωση, ούτε χαμόγελα, ούτε υποχρέωση.
Εκείνη τη μέρα πεθαίνω άνετος, ξεκούραστος, ασκεπής, προσωρινά απελευθερωμένος.

Τους αρέσω.. και αυτό είναι που μετράει στο σύγχρονο τικ-τακ του ρολογιού τους.
Κάποια στιγμή θα σου πω από κοντά το πως και πόσο ΜΕ αρέσω.









Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

η πόρνη του βορρά

- που μένεις;
- στα βοθρολύματα της Θεσσαλονίκης.















- και που γεννήθηκες;
- στη νύφη του βορρά.















μα κάποιος, κάποτε την παράτησε σύξυλη στην εκκλησία.
κι ύστερα με τα χρόνια, από νύφη κατάντησε πόρνη. για λόγους βιοποριστικούς.
γερνώντας, η άνοια ρούφηξε και τα τελευταία ψίχουλα αξιοπρέπειας που την χαρακτήριζε κάποτε.
και τα μπάσταρδα που σκόρπισε η πόρνη του βορρά στις γειτονιές της όλα αυτά τα χρόνια, είναι οι συμπολίτες μου.
κακιασμένη γεροντοκόρη, πόρνη εκ πεποιθήσεως πια, αιχμάλωτη των μπάσταρδων παιδιών της, επαιτεί καθημερινά.

κι εγώ αυτό που γράφω τώρα, μην νομίζετε πως είναι κάτι γνωστό και διαδεδομένο.
όχι..
είναι το μυστικό που κρατούσα χρόνια φυλαγμένο στα ερμάρια του μυαλού μου.
είναι σαν ένα "τέλειο έγκλημα".

και το "τέλειο έγκλημα" το ομολόγησα σε ένα φάκελο και το ταχυδρόμησα σε άγνωστο παραλήπτη.
το ζωγράφισα σε ένα λευκό χαρτί και το έριξα στην κάλπη.
το σχημάτισα πάνω στο εισιτήριό μου και το άφησα φεύγοντας πάνω στο κάθισμα.
το σκάλισα σε ένα παγκάκι που αράζει μόνο, μέσα στο πιο μεγάλο πάρκο της πόλης.

το "τέλειο έγκλημα" δεν βρίσκεται μέσα στη φωτογραφική μου μηχανή.
το έσκισα και το έπνιξα στον βρΩμικο θερμαϊκό.

δεν το κουβαλάει κανείς πια. και δεν ήταν ποτέ τέλειο.
ήταν τελείως ατελές.
τετελεσμένο.

δεν την θέλει κανείς πια.  και μάλλον...δεν την ήθελε κανείς ποτέ στ'αλήθεια.
μια νύφη που ξέμεινε.
μια πόρνη που γεννήθηκε.
μια ηθική σε... τελεία.















έξι άσπρες κουκκίδες με πανιά, μπασταρδεύουν την εικόνα.
χαλούν την μοιρασιά στο γαλάζιο.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

από ένα φίλο μακρινό

Διαβάζοντας για μια εκδρομή στην Ισπανία, θυμήθηκα έναν τύπο - φίλο μακρινό και χαμένο από χρόνια - που σε ένα από τα πολλά ταξίδια του αποφάσισε να το παίξει θρησκευόμενος.
Μου είχε πει λοιπόν, πως ένα απόγευμα, είχε μπει σε μια μεγαλοπρεπή μητρόπολη και γονάτισε να προσευχηθεί.
Προσευχήθηκε για όλους και για όλα. Για την οικογένειά του και τ'ανίψια του, για τους φίλους και τις ερωμένες του, για τα παιδιά που πεινούν, για τον κυριακάτικο αγώνα, για την γιαγιά του που χαροπάλευε σ'ένα νοσοκομείο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, για τα χρήματα που του έλειπαν, ακόμα και για τις καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια των θερινών του διακοπών.
Μου εκμυστηρεύθηκε ταυτόχρονα, την ντροπή και την αηδία που ένιωσε -λίγες στιγμές αργότερα- για τον εαυτό του, για την μητρόπολη, για τον θεό, για το δούναι και λαβείν της ανθρώπινης φύσης.
Πρόσθεσε επίσης πως παρόλο που δεν συμφώνησε και δεν θα συμφωνούσε ποτέ με την αθεΐα μου, πλέον απαγόρευε στον εαυτό του να με ξανακρίνει και να με επιπλήξει γι'αυτήν.

Αρκετούς μήνες μετά από εκείνη τη συζήτηση, έλαβα ένα γράμμα από τον φίλο μακρινό και χαμένο πλέον από χρόνια. Μου έγραφε από την άλλη μεριά της γης, από τόπο με διαφορετικό ήλιο, διαφορετικά ζώα, διαφορετικά φυτά, διαφορετικούς ανθρώπους.

Στο υστερόγραφο μου υπενθύμιζε:
όταν καταφέρεις και καθίσεις σιωπηλός, μόνος σου, εσύ και ο εαυτός σου για δέκα λεπτά, χωρίς να ξυπνήσουν τα χειρότερα ελαττώματά σου, τότε δεν χρειάζεται να πιστεύεις πουθενά.





Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

η γάτα του Ζαν Μαρί Ντεκαπάζ

Ένα πρωί, η Ριρίκα είδε τοιχοκολλημένο ένα χαρτί δίπλα από την εξώπορτα του σπιτιού της.
Ο αντιπαθητικός άνδρας, τον οποίο φιλοξενούσε στο σπίτι της τα τελευταία 10 χρόνια, είχε αποφασίσει να κάνει έξωση στα ποντίκια.
Η Ριρίκα, που στην γειτονιά ήταν διάσημη ως "η μαύρη γάτα του Ζαν Μαρί", δεν χάρηκε καθόλου με αυτή την εξέλιξη.
Και πραγματικά, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όλα τα ποντίκια είχαν εξαφανιστεί από το σπίτι. Αθόρυβα, χωρίς φωνές και τυμπανοκρουσίες, χωρίς μάχες και δράματα, τα ποντίκια αποτελούσαν πια παρελθόν μέσα στο σπιτικό της.

Από τότε, η γάτα του Ζαν Μαρί αποφάσισε πως τους μισεί όλους. Κάθεται ήρεμη στην πολυθρόνα της και σκέφτεται έναν πιθανό γενικό αφανισμό.
Δεν τους αγάπησε ποτέ τους δίποδους. Ούτε και τους τετράποδους ομοίους της.
Ξέρει πως όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο πολύ μοιάζει στον υποτακτικό, φιλοξενούμενό της.
Δεν έχει ίχνος οργής μέσα της, μα ούτε και αγάπης.
Μισεί τους πάντες ήρεμη και περιμένει τον αφανισμό της.

Η γάτα του Ζαν Μαρί δεν τρώει από κονσέρβες. Δεν έμαθε ποτέ να τις ανοίγει.
Κι αν τα ποντίκια είναι άγευστα, αυτό η Ριρίκα δεν το ξέρει. Ρωτήστε καλύτερα άλλες γάτες.


Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

τα ακανόνιστα

Με ρωτούν και δεν απαντώ.
Όχι, δεν μένω σιωπηλός. Τραγουδάω.
Μου λένε να μαζέψω την ειρωνική μου διάθεση, να μην είμαι περιπαικτικός, να προσπαθήσω να επικοινωνήσω.
"Σε ποιον κώδικα;" τους απαντώ.
Με κοιτούν. Σιωπούν απροσδιόριστα.
Με αποδοκιμάζουν;
Μπορούν;
Είναι κι ένας που λέει πως τα καταλαβαίνει όλα.
Φταίει η γλάστρα στην οποία είμαι φυτεμένος, αραγμένος εδώ και καιρό, χωρίς να έχω βούληση να ψηλώσω. λέει.
Ούτε από μέσα μου τους απαντώ πια.
Τραγουδάω σε δικό μου τέμπο.
Είναι αυτοί οι κανονικοί.
Είμαστε κι εμείς που δεν τα κανονίσαμε ποτέ.
Τα ακανόνιστα.

Ο Θάνος συχνά συμπάσχει μαζί μου.
"Κουράστηκα να το παίζω χαζός για να επικοινωνώ -έστω και στοιχειωδώς- με τα υπόλοιπα έμβια." φτύνει απογοητευμένος.

Πόσες φορές σκέφτηκα πως πρέπει να ψάξουμε για άλλα.
"Για ποια;" ..θα με ρωτούσαν.
Καμία απάντηση. Ούτε λέξη πια.
Κάποιος στο βάθος μουρμουρίζει αφόρετους ρυθμούς.
Τον ακούς;


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

..δυο εικόνες - χιλιάδες ιστορίες..

Τον παππού, τον θυμάμαι να κρατά δυο καρπούζια στα χέρια.
Τη γιαγιά να τινάζει με μανία τα χαλιά.
Αυτές οι δυο εικόνες, περιέχουν μέσα τους χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.
Άραγε από όλους αυτούς τους ζωντανούς που ζουζουνίζουν γύρω μου, θα έχω να θυμάμαι τίποτα όταν θα αποδημήσουν;
Καμιά φορά σκέφτομαι τι θα έλεγε ο κόσμος για μένα ή αν θα είχε να θυμάται κατιτίς για την αφεντιά μου, μα γρήγορα τραβώ αυτή τη σκέψη πίσω. Όταν δεν έχεις υπάρξει ποτέ στ' αλήθεια, είναι λογικό να μη σε θυμάται ποτέ κανείς.

Συμπέρασμα λοιπόν...

Δεν μιλάω σε κανέναν.
Δεν με ενοχλεί κανείς.
Κι αφού λέω πως δεν υπήρξα μέχρι τώρα, πετάω και τα τελευταία βάρη.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να ψάξω τους καινούριους φίλους μου, τη νέα μου δουλεία και την αγαπημένη μου.
Από αύριο καλύτερα.
Τώρα είναι ώρα για ύπνο.
Για ύπνο βαθύ, όπου μέσα του ξετυλίγονται εικόνες που αντανακλούν.. χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ένα μπαλκόνι στην Ολύμπου

  Μερικές φορές ακούω παλιές φυλαγμένες μουσικές για να επιστρέψω σε αλλοτινές εποχές. Άλλοτε πάλι, ξεφυλλίζω παλιά περιοδικά και εφημερίδες, για να ελέγξω πόσο έχουν κιτρινίσει τα φύλλα τους και πόσο έχουν ξεθωριάσει οι εποχές τους.
  Πάντα, λίγο πριν σκάσει το καλοκαίρι περνώ από την οδό Ολύμπου. Κοντοστέκομαι, σηκώνω το κεφάλι και το βλέμμα μου σταματά κάπου εκεί ψηλά σε ένα μπαλκόνι του τρίτου. Βλέπω την κυρά Ζωή να μιλάει με τα πουλιά της γειτονιάς, ενώ ποτίζει τις αμέτρητες χρωματιστές γλάστρες της. Παραδίπλα ο κυρ Φώτης με το πορτοκαλί κομπολόι του, κάθεται σε μια καρέκλα σιωπηλός, πίνοντας τον καφέ του. Ακούω τον Πέτρο μέσα από το κλουβί του κελαηδώντας να με χαιρετάει, ανταποδίδω και συνεχίζω τη βόλτα μου.


χαίρομαι κάθε που θυμάμαι, προσπαθώ να μην ξεχνώ.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

τύφλα

το τέλειο ταίριασμα από γυαλί φτιαγμένο.
Δυο σάρκινοι εγκέφαλοι που νομίζουν πως σκέφτονται σαν ένας.
κάθε ημισφαίριο και μια παραπλανητική ιστορία.
Πέντε ψέματα από δω, δέκα μυστικά λίγο πιο κει, Δήθεν αλήθειες πλεγμένες μεταξύ τους.

το τέλειο ταίριασμα που φωλιάζει στο μυαλό μονάχα του ενός,
ένα βαρετό και αδιάφορο βάρος για τον άλλο.
Σώματα συμβατά, σχέσεις συμβατικές. Για όσο..

κι όταν εγώ σου έδειξα εκείνη τη μικρή λάμψη, είπες πως δεν την είδες.
μα ο χρόνος μου ψιθύρισε ... κάποια στιγμή θα την δεις.
έτσι γίνεται πάντα.
ασυγχρόνιστα.

το τέλειο ταίριασμα βρωμάει ψέμα και είναι αδειανό.
Κουφάρια στεγνά οι επιλογές, στραγγισμένα.

Εγώ μια λάμψη πάντα θα την βλέπω.
μα δεν μπορώ να σου δανείσω και τα μάτια μου.


Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

με κλειστά μάτια

θα ήθελα να μην υπήρχε κανείς γύρω μου και μόνος μου να περπατώ.
χρώματα να βλέπω μόνο και ένα ελαφρύ αεράκι να φυσάει.
θυμάμαι πως δεν υπάρχω, μόνο όταν ακούω αυτή τη μελωδία.
πάντα στο βάθος της εικόνας, το βλέμμα μου ψάχνει ένα κορίτσι πάνω σε κόκκινο ποδήλατο.


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

να ξεχνάς και να κοιμάσαι

Να αφιερώσω λίγο περισσότερο χρόνο στην κυρία που στοίχειωσε το δωμάτιο 12.
Ένα καθιερωμένο χαμόγελο για τα παιδιά στο 13.
Να μην ξεχάσει να πάρει τα χάπια του ο φίλος στο 22.
Λουλούδια για την αγάπη στο σύννεφο 24.
Στον τρίτο όροφο, στη σουίτα 18, γίνονται όργια. ο ένας πάνω στον άλλο.
Σβήνω τα φώτα για να κοιμηθεί η αχαριστία που έχει μαυρίσει το ταβάνι.


Και ο ασθενής απεβίωσε. Έξω από δωμάτιο, σε διάδρομο δίχως αριθμό.
Δεν θυμάμαι το όνομά του.
Δεν θυμάμαι το όνομά μου.
Α λήθη εια!



Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

εποχή χωρίς αλλαγή

Πέρασε ένας χειμώνας.
Μήνες τώρα παρατηρούσες τη θλίψη σου.
Καμιά αλήθεια δεν ανακάλυψες.
Οι ώρες γέμισαν κι άδειασαν.
Το άχρονο επικράτησε πάλι μέσα σου.
Και μπαίνει η άνοιξη εκεί που τέλειωσε ο χειμώνας.
Μια διαδοχή χωρίς την παραμικρή αλλαγή.
Κάποτε αξιολογούσες έστω..την αποτυχία σου.
Πλέον δεν προσπαθείς καν να αποτύχεις.
Ρύθμισες το ρολόι σου μερικές εποχές πίσω.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ένα μήλο μέσα στο μπώλ

μέρες μετράω
αυτό κάνω μόνο
δεν περιμένω κάτι
δεν έχω να πάρω καμιά απόφαση
δεν με μαγεύουν πια οι λέξεις
δεν ενοχλώ πλέον τη διαίσθησή μου
συνήθισα την αφθονία γύρω μου
πουθενά διανοητική διαδικασία
δεν καθυστερώ κανένα συναίσθημα
δεν αναπαριστάνω πια τίποτα

εκείνο το μήλο μόνο..εκείνο το κόκκινο το λαμπερό..
εκείνο που δεν δάγκωσα τότε..
και προσποιούμαι πως δεν υπήρξε ποτέ..
πόσο το μετάνιωσα!

ίσως εκεί να σταμάτησα και να μην το κατάλαβα
ίσως από τότε να άρχισα το μέτρημα. δεν ξέρω..
η σκιά μου πάντως δεν μ'ακολουθεί. την βλέπω ξοπίσω μου. δεν κινείται. δεν με πλησιάζει πια.

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

κούκλα..πλαστική

η φίλη μου η Γεωργία λέει πως αν δεν είχε γεννηθεί γυναίκα, θα προτιμούσε να ήταν κούκλα πλαστική σε βιτρίνα.

Να περνούν όλοι να την κοιτούν και να τη θαυμάζουν..
Να της φορούν τα ωραιότερα ρούχα που έχουν ραφτεί..
Να μην χρειάζεται να κάνει τίποτα απολύτως πέρα από το να ποζάρει μόνιμα, αγέρωχη και χαμογελαστή.
Να έχει τις τέλειες αναλογίες και να ξέρει πως δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ..
Μια κούκλα πλαστική, που δεν θα έχει ουσιαστική ανάγκη ποτέ..από συντροφιά αρσενικού.
Μια κούκλα πλαστική που απαιτεί η βιτρίνα της να είναι πάντα καθαρή και γυαλισμένη.

η φίλη μου η Γεωργία εύχεται στον πρώην καλό της, βίον ανθόσπαρτον και αέναον δίπλα στην καινούρια, όμορφη, ξανθιά πλαστική του κούκλα.


Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

τούρτα από λήθη

........................................................
- και πως παίζεται αυτό το παιχνίδι?
- δεν είναι παιχνίδι φίλε μου. γλυκό είναι, που φτιάξαμε με τα χεράκια μας.
- θα μου δώσετε ένα κομμάτι?
- όχι. δεν τρώγεται. ούτε σε κομμάτια κόβεται. έτσι ολόκληρο όπως είναι, στεκόμαστε από πάνω του      και το θαυμάζουμε.
- και τι το διασκεδαστικό έχει αυτό το παιχνίδι?
- Δεν είναι παιχνίδι. ούτε διασκεδαστικό. Γλυκό είναι..μονάχα στο μάτι. τη γεύση του δεν τη γνωρίζουμε καν. μόνο την φανταζόμαστε.
- και τι βάλατε μέσα?
- βάλαμε... ψιλό αλάτι από θάλασσα πνίχτρα.
                   σιτάρι υγρό από ιδρώτα ξένου.
                   χώμα ξερό από καιρό πολέμου.
  και λίγη    στάχτη που μας φέραν οι ανέμοι.    
- γλυκό χωρίς τη ζάχαρη ή έστω ένα κουτάλι μέλι. μα πως γλυκαίνεστε..?
- γλυκαίνεται φίλε μου αυτός που - τέτοιο γλυκό - δεν δοκίμασε ποτέ του.
- Αντίο. Αυτό το παιχνίδι μοιάζει άγευστο.
..........................................................

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

με ξυλομπογιές

Εσύ?
Με πόσα μάτια με κοιτάς?

Ξαφνιάστηκα όταν μου είπες πως είμαι ασπρόμαυρος.
Ψέμα ήταν.
Και το ψέμα καθρεφτίζεται πάντα στα μάτια σου,
όταν διαρκώς αλλάζουν χρώμα μπροστά μου.

Ανόητος είναι όποιος ζητά να βάλω τάξη στην αναρχία μου.
Τυφλός και άχρωμος είναι αυτός που πιστεύει πως ο έρωτας είναι ροζ.

Θα πισωπατήσω μερικά βήματα και θα σταθώ σε απόσταση ασφαλείας.
Πρέπει να μετρήσουμε επιτέλους το κενό που υπάρχει μεταξύ μας.
Και μετά.. ίσως να το μπογιατίσουμε!

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

τσιμεντένιες κουρτίνες

Κάποια στιγμή αηδίασα.
μάζεψα το σάλιο μου, έφτυσα κάτω και αποφάσισα ν' αλλάξω ρότα.

Άρχισα με ένα "δεν θέλω".
σκότωσα αρκετό χρόνο με ένα παιχνιδιάρικο "δεν ξέρω".
μα κάποια στιγμή  έφτασα δίχως να καταλάβω στο άγνωστο "δεν μπορώ".
το έχασα!
το "δεν μπορώ" ήταν εκτός ύλης.
δεν είχα προετοιμαστεί ποτέ για κάτι που δεν μπορώ.

Δεν έχω καιρό, ούτε επιθυμία για πραγματικότητες.
τα είχα καταφέρει περίφημα ως τώρα!
από ποια τρύπα άραγε προσπαθεί να εισχωρήσει το φως?
πρέπει επειγόντως να αλλάξω κουρτίνες.
μαύρες να βάλω. τσιμεντένιες.


Δεν χρειάζεται να με ακουμπήσει τίποτα.
δεν είμαι γω σαν και σας.
εγώ είμαι χάρτινος. ψεύτικος. μη ορατός. 

ένα κουβάρι χωρίς αρχή.
μην κάνεις άσκοπα το δρόμο.


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Αριστεροχειρία

Πλέον γράφει μόνο με το αριστερό.
Της είναι αρκετά δύσκολο, μα δυνητικά ανώδυνο.
Είναι ο τρόπος που βρήκε ώστε να αποφεύγει μια -επικίνδυνα- αποκαλυπτική γραφή.
Είναι που όταν γράφει με το αριστερό χέρι, κάποιος άλλος κρατάει το μολύβι και καθοδηγεί τις σκέψεις της.
Μια δικαιολογία για να απαρνείται τα κείμενά της.

Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζει κάτι που η ίδια έχει γράψει.
Φοβάται πως μια νύχτα, όλες οι λέξεις που έχουν βγει μέσα από το κεφάλι της, θα αποδράσουν από το χαρτί και θα της στήσουν θανατηφόρα ενέδρα.
Φοβάται, κι ας ξέρει πως το γράψιμο της είναι πέρα για πέρα άδειο.
Καθόλου δε την ανακουφίζει αυτό.

Τίποτα δεν θα την πείσει να χρησιμοποιήσει το δεξί.
Το καλό.
Θα το κρύβει πάντα μέσα στην τσέπη της.
Ακόμα κι αν χρειαστεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί, στην τσέπη θα το έχει σφηνωμένο.
Θυμάται τότε, που αποφάσισε να γράψει κάτι με το καλό της χέρι και δεν το τελείωσε ποτέ.
Ακόμα τσαλακώνει, σβήνει και διορθώνει εκείνο το γραπτό.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

σε κασέτα παλιά..

Συμβαίνει.
Τέτοια περίοδο διανύω.
Από αυτές που αμφισβητώ ακόμα και την ίδια μου την ύπαρξη.
Βγαίνω από το σώμα μου και με κοιτάω από απόσταση.
Μοιάζω σαν αριθμός που ξεχάστηκε για πάντα μέσα σε ατζέντα παλιά.
Σαν να ζω την ίδια μέρα ξανά και ξανά, φυλακισμένος μέσα σε παλιά βιντεοκασέτα.


Θυμάσαι που ηχογραφούσαμε τις φωνές  και τα γέλια μας σε εκείνο το κόκκινο -παλιό πια- κασετόφωνο?
Πώς καταφέραμε και παγιδεύσαμε τότε και για πάντα...το γέλιο μας εκεί μέσα..?!