Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

τα ακανόνιστα

Με ρωτούν και δεν απαντώ.
Όχι, δεν μένω σιωπηλός. Τραγουδάω.
Μου λένε να μαζέψω την ειρωνική μου διάθεση, να μην είμαι περιπαικτικός, να προσπαθήσω να επικοινωνήσω.
"Σε ποιον κώδικα;" τους απαντώ.
Με κοιτούν. Σιωπούν απροσδιόριστα.
Με αποδοκιμάζουν;
Μπορούν;
Είναι κι ένας που λέει πως τα καταλαβαίνει όλα.
Φταίει η γλάστρα στην οποία είμαι φυτεμένος, αραγμένος εδώ και καιρό, χωρίς να έχω βούληση να ψηλώσω. λέει.
Ούτε από μέσα μου τους απαντώ πια.
Τραγουδάω σε δικό μου τέμπο.
Είναι αυτοί οι κανονικοί.
Είμαστε κι εμείς που δεν τα κανονίσαμε ποτέ.
Τα ακανόνιστα.

Ο Θάνος συχνά συμπάσχει μαζί μου.
"Κουράστηκα να το παίζω χαζός για να επικοινωνώ -έστω και στοιχειωδώς- με τα υπόλοιπα έμβια." φτύνει απογοητευμένος.

Πόσες φορές σκέφτηκα πως πρέπει να ψάξουμε για άλλα.
"Για ποια;" ..θα με ρωτούσαν.
Καμία απάντηση. Ούτε λέξη πια.
Κάποιος στο βάθος μουρμουρίζει αφόρετους ρυθμούς.
Τον ακούς;


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

..δυο εικόνες - χιλιάδες ιστορίες..

Τον παππού, τον θυμάμαι να κρατά δυο καρπούζια στα χέρια.
Τη γιαγιά να τινάζει με μανία τα χαλιά.
Αυτές οι δυο εικόνες, περιέχουν μέσα τους χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.
Άραγε από όλους αυτούς τους ζωντανούς που ζουζουνίζουν γύρω μου, θα έχω να θυμάμαι τίποτα όταν θα αποδημήσουν;
Καμιά φορά σκέφτομαι τι θα έλεγε ο κόσμος για μένα ή αν θα είχε να θυμάται κατιτίς για την αφεντιά μου, μα γρήγορα τραβώ αυτή τη σκέψη πίσω. Όταν δεν έχεις υπάρξει ποτέ στ' αλήθεια, είναι λογικό να μη σε θυμάται ποτέ κανείς.

Συμπέρασμα λοιπόν...

Δεν μιλάω σε κανέναν.
Δεν με ενοχλεί κανείς.
Κι αφού λέω πως δεν υπήρξα μέχρι τώρα, πετάω και τα τελευταία βάρη.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να ψάξω τους καινούριους φίλους μου, τη νέα μου δουλεία και την αγαπημένη μου.
Από αύριο καλύτερα.
Τώρα είναι ώρα για ύπνο.
Για ύπνο βαθύ, όπου μέσα του ξετυλίγονται εικόνες που αντανακλούν.. χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ένα μπαλκόνι στην Ολύμπου

  Μερικές φορές ακούω παλιές φυλαγμένες μουσικές για να επιστρέψω σε αλλοτινές εποχές. Άλλοτε πάλι, ξεφυλλίζω παλιά περιοδικά και εφημερίδες, για να ελέγξω πόσο έχουν κιτρινίσει τα φύλλα τους και πόσο έχουν ξεθωριάσει οι εποχές τους.
  Πάντα, λίγο πριν σκάσει το καλοκαίρι περνώ από την οδό Ολύμπου. Κοντοστέκομαι, σηκώνω το κεφάλι και το βλέμμα μου σταματά κάπου εκεί ψηλά σε ένα μπαλκόνι του τρίτου. Βλέπω την κυρά Ζωή να μιλάει με τα πουλιά της γειτονιάς, ενώ ποτίζει τις αμέτρητες χρωματιστές γλάστρες της. Παραδίπλα ο κυρ Φώτης με το πορτοκαλί κομπολόι του, κάθεται σε μια καρέκλα σιωπηλός, πίνοντας τον καφέ του. Ακούω τον Πέτρο μέσα από το κλουβί του κελαηδώντας να με χαιρετάει, ανταποδίδω και συνεχίζω τη βόλτα μου.


χαίρομαι κάθε που θυμάμαι, προσπαθώ να μην ξεχνώ.