Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

μεταφορικά

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά τρία-τρία, αναρωτιόταν προς τι και από πού τόση ενέργεια, ορμή και ευτυχία!
Φτάνοντας στο ισόγειο, αποφάσισε να συνεχίσει -με έκσταση- την κατηφόρα.
Κι όσο κατέβαινε, όλο αναρωτιόταν πόσο ψηλά είχε φτάσει και πόσο θαυμάσια τα κατάφερε τόσο καιρό!
Κι όλο κατέβαινε τα σκαλιά, τρία-τρία, σφυρίζοντας..
Φτάνοντας στο υπόγειο, σκέφτηκε πως δεν έχει άλλο. Τέρμα τα σκαλοπάτια. Τέρμα η κατηφόρα και η χαρά!

Κοντοστάθηκε. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα. Μα πόση ανηφόρα τον περίμενε!

Η ανηφόρα δεν του άρεσε ποτέ. Δεν είχε γέλιο στην ανηφόρα. Δεν είχε και ανάσες.
Όμως γνώριζε καλά, σχεδόν από πάντα, πως για να ζει συχνά-πυκνά αυτό το μεγαλείο της κατηφόρας, θα 'πρεπε να ξοδεύει αρκετές ανάσες στο ανέβασμα.

Εδώ που τα λέμε, αυτό το παιδί ήταν λίγο της ανισορροπίας. Πάντα μαλωμένος με τις σταθερές.
ή του ύψους ή του βάθους!   ...σχολίαζαν.
γι 'αυτό και έφαγε το κεφάλι του!  ...συμπλήρωναν.



η αλήθεια είναι πως, απλά, σιχαινόταν να μένει ακίνητος.
σε κατάσταση ακινησίας, ένιωθε πως έχανε τα πάντα. τρελαινόταν που όλα γύρω του γυρνούσαν και αυτός στεκόταν ακίνητος, παγωμένος.
διάλεγε λοιπόν τις ανηφόρες, ώστε να το γλεντάει στις κατηφόρες.