Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

στάση. στοπ.

χάσαμε μια στάση,
δεν χάσαμε τη διαδρομή..
συμφώνησαν.

-σκέφτομαι να κατέβω στην επόμενη και να περπατήσω προς τα πίσω. 
όλες οι στάσεις ίδιες είναι;;
-εγώ πάλι λέω, να συνεχίσω ως έχει..προς τα μπρος.
όλες οι στάσεις ίδιες δεν είναι;;

διαφώνησαν.
και για μια στάση,
χωρίσαμε (σ)τη διαδρομή..


ομίχλη είναι αυτό γύρω σας ή καπνός;
-ομίχλη·
-καπνός.-


Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το μαύρο κουτί

Στέκομαι όρθιος μπροστά στο μαύρο κουτί. Το παρατηρώ σαν υπνωτισμένος.

Πατάω το κόκκινο κουμπί.
Εικόνες πάνε κι έρχονται, αλλάζουν στο δευτερόλεπτο, χαχανίζουν κι εξαφανίζονται.

Κάθομαι.

Πατάω το μαύρο κουμπί.
Μαύρες ανθρώπινες φιγούρες κατακλύζουν την οθόνη.

Πατάω το χρωματιστό κουμπί. Κουμπί "ουράνιο τόξο".
Και οι σκιώδεις μορφές καλύπτονται με ρούχα, με κοσμήματα, με χαμόγελα, με κέφι.
Τους αναγνωρίζω. Είναι φίλοι και γνωστοί. Φαίνεται πως διασκεδάζουν.

Μια ασπρόμαυρη ανθρώπινη φιγούρα στην άκρη της οθόνης. Εγώ.
Δεν έχει εφαρμογή επάνω μου το κουμπί "ουράνιο τόξο";
Το άσπρο και το μαύρο είναι χρώματα ή όχι; ..αναλογίζομαι..
Κάπου είχα διαβάσει για τον ψεύτικο κόσμο της τηλεόρασης.

Κατεβαίνω στην αποθήκη. Ανοίγω δύο, τρία, πέντε καπάκια. Αναμειγνύω χρώματα, ακρυλικά, ζωντανά, μαγευτικά, πολυκαιρισμένα, μέσα σε έναν κουβά.
Τα ανακατεύω καλά-καλά και ανεβαίνω πάνω.
Στέκομαι και πάλι απέναντι από το μαύρο κουτί. Αυτή τη φορά έχω και παρέα έναν γεμάτο κουβά.
Μια κίνηση... και η τηλεόραση στάζει ουράνιο τόξο! Ξερνάει κοσμήματα, φτύνει χαμόγελα και στάζει...στάζει.. στάζει.
Η αφαίμαξη της ψευτιάς τους.
Το ξεγύμνωμα της θλίψης τους.
Πλέον οι μαύρες σκιές-ανθρώπινες φιγούρες, μοιάζουν σ'εκείνη την ασπρόμαυρη μορφή που στέκεται στην άκρη της οθόνης.
Μοιάζουν.. μα τους λείπει το λευκό.
Μόνο μαύρο.
Καμιά ισορροπία.
Μηδενική συμπόνοια.
Δεν την αξίζουν.
Δεν τη θέλουν.

"Να τους αγαπάς, μα να μην τους συναναστρέφεσαι" ακούω μια φωνή να βγαίνει εκκωφαντική από το ηχείο της τηλεόρασης.
"Μα εγώ δεν αγαπώ ποτέ" απαντώ διστακτικά.
...είμαι υπερβολικά άχρωμος για ν'αγαπώ.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

το πλατύ χαμόγελο

..να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω..


χθες το βράδυ κάποια φορούσε -ομολογουμένως αρκετά επιτυχημένα- το πλατύ σου χαμόγελο.
πλησίασα για να κοιτάξω από πιο κοντά.
θα μπορούσες να ήσουν εσύ, σκέφτηκα.
μου πήρε ένα τέταρτο της ώρας για να σιγουρευτώ.
ήταν απλά ένα πλατύ χαμόγελο.
όχι "το πλατύ χαμόγελο"..

..να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω..














Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Διακοπή

Ένα βράδυ του Ιούνη, καθόμουν στη βεράντα παρέα με την κουνιστή μου πολυθρόνα και καθώς αναλογιζόμουν πως δεν πρόκειται να πάω πουθενά φέτος το καλοκαίρι, αποφάσισα να κάνω μερικές εσωτερικές αλλαγές. (Εκ του αποτελέσματος, σίγουρο είναι πως δεν χρειάζονταν εσωτερικές αλλαγές, αλλά μάλλον εσώψυχες..)

Ξεκίνησα λοιπόν -από το επόμενο πρωί- για να τ'αλλάξω όλα!
Να βάλω μία τάξη. Να μπει καινούριος αέρας.
Άλλαξα πρώτα την καμμένη λάμπα στην κουζίνα.
Άρχισα να σκουπίζω.
Μετά σφουγγάρισα.
Ξεσκόνισα.
Έβαλα πλυντήριο.
Έπλυνα τα πιάτα.
Έξυσα τους τοίχους.
Τους έβαψα.
Μπλε.
Γκρέμισα άλλους τοίχους.
Έσπασα τα πατώματα.
Έβαλα πλακάκια.
Έχτισα δυο καινούριους τοίχους.
Άλλαξα τις κουρτίνες. Την εξώπορτα. Την κλειδαριά.
Δεν άλλαξα τους γείτονες. Δεν έφευγαν.
Δεν άλλαξα την οδό. Ήταν ανεξίτηλη απ'την πολυκαιρία.
Έχτισα δυο πύργους στην αυλή. Δυο μάτια άγρυπνα για τους εισβολείς.
Με είπαν τρελό.
Κάηκε η λάμπα στην κουζίνα.
Διακοπή.
Διακοπές.
Έφυγα.
Επιστρέφω όταν.. επιστρέψω.



Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

30 χαμόγελα

Τους αρέσω ξυπνητός, όρθιος, γεμάτος ενέργεια, να μεταδίδω την γοητεία μου σε καθετί που αγγίζω.
Και γω.. πρέπει να επιβιώσω κάπως.
Συμβιβάζομαι με την αηδία.

Άκου να σου πω πως τα καταφέρνω.
Έχω φτιάξει 30 χαμόγελα. Κάθε πρωί φοράω κι από ένα. Μέχρι το βράδυ κρατώ το ίδιο χαμόγελο. Είναι αυτό που θα ευθυνόταν για τις ρυτίδες στο πρόσωπό μου. Μα τις κατάφερα κι αυτές. Τις απαγόρευσα  να σκαλίσουν την επιφάνεια. Τις απαγόρευσα να εισβάλλουν και στα ενδότερα.
Πώς?

Όταν τελειώνει η μέρα και γυρίζω στο αρχοντικό μου, αποστειρώνομαι.
Μπαίνω στον ειδικό θάλαμο αποκατάστασης για 8 ώρες. Με χρονοδιακόπτη.
Όταν βγω από το θάλαμο, θυμάμαι μόνο όσα τα πρέπει. Ετοιμάζομαι, φοράω ένα από τα 30 χαμόγελα, το καπέλο μου και ξεκινάω τη μέρα.
Μία μέρα από τις 30 του μήνα.
Όταν ο μήνας έχει 31 μέρες, εκείνη την τελευταία τη χαρίζω στον εαυτό μου.
Ούτε θαλάμους, ούτε αποστείρωση, ούτε χαμόγελα, ούτε υποχρέωση.
Εκείνη τη μέρα πεθαίνω άνετος, ξεκούραστος, ασκεπής, προσωρινά απελευθερωμένος.

Τους αρέσω.. και αυτό είναι που μετράει στο σύγχρονο τικ-τακ του ρολογιού τους.
Κάποια στιγμή θα σου πω από κοντά το πως και πόσο ΜΕ αρέσω.









Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

η πόρνη του βορρά

- που μένεις;
- στα βοθρολύματα της Θεσσαλονίκης.















- και που γεννήθηκες;
- στη νύφη του βορρά.















μα κάποιος, κάποτε την παράτησε σύξυλη στην εκκλησία.
κι ύστερα με τα χρόνια, από νύφη κατάντησε πόρνη. για λόγους βιοποριστικούς.
γερνώντας, η άνοια ρούφηξε και τα τελευταία ψίχουλα αξιοπρέπειας που την χαρακτήριζε κάποτε.
και τα μπάσταρδα που σκόρπισε η πόρνη του βορρά στις γειτονιές της όλα αυτά τα χρόνια, είναι οι συμπολίτες μου.
κακιασμένη γεροντοκόρη, πόρνη εκ πεποιθήσεως πια, αιχμάλωτη των μπάσταρδων παιδιών της, επαιτεί καθημερινά.

κι εγώ αυτό που γράφω τώρα, μην νομίζετε πως είναι κάτι γνωστό και διαδεδομένο.
όχι..
είναι το μυστικό που κρατούσα χρόνια φυλαγμένο στα ερμάρια του μυαλού μου.
είναι σαν ένα "τέλειο έγκλημα".

και το "τέλειο έγκλημα" το ομολόγησα σε ένα φάκελο και το ταχυδρόμησα σε άγνωστο παραλήπτη.
το ζωγράφισα σε ένα λευκό χαρτί και το έριξα στην κάλπη.
το σχημάτισα πάνω στο εισιτήριό μου και το άφησα φεύγοντας πάνω στο κάθισμα.
το σκάλισα σε ένα παγκάκι που αράζει μόνο, μέσα στο πιο μεγάλο πάρκο της πόλης.

το "τέλειο έγκλημα" δεν βρίσκεται μέσα στη φωτογραφική μου μηχανή.
το έσκισα και το έπνιξα στον βρΩμικο θερμαϊκό.

δεν το κουβαλάει κανείς πια. και δεν ήταν ποτέ τέλειο.
ήταν τελείως ατελές.
τετελεσμένο.

δεν την θέλει κανείς πια.  και μάλλον...δεν την ήθελε κανείς ποτέ στ'αλήθεια.
μια νύφη που ξέμεινε.
μια πόρνη που γεννήθηκε.
μια ηθική σε... τελεία.















έξι άσπρες κουκκίδες με πανιά, μπασταρδεύουν την εικόνα.
χαλούν την μοιρασιά στο γαλάζιο.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

από ένα φίλο μακρινό

Διαβάζοντας για μια εκδρομή στην Ισπανία, θυμήθηκα έναν τύπο - φίλο μακρινό και χαμένο από χρόνια - που σε ένα από τα πολλά ταξίδια του αποφάσισε να το παίξει θρησκευόμενος.
Μου είχε πει λοιπόν, πως ένα απόγευμα, είχε μπει σε μια μεγαλοπρεπή μητρόπολη και γονάτισε να προσευχηθεί.
Προσευχήθηκε για όλους και για όλα. Για την οικογένειά του και τ'ανίψια του, για τους φίλους και τις ερωμένες του, για τα παιδιά που πεινούν, για τον κυριακάτικο αγώνα, για την γιαγιά του που χαροπάλευε σ'ένα νοσοκομείο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, για τα χρήματα που του έλειπαν, ακόμα και για τις καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια των θερινών του διακοπών.
Μου εκμυστηρεύθηκε ταυτόχρονα, την ντροπή και την αηδία που ένιωσε -λίγες στιγμές αργότερα- για τον εαυτό του, για την μητρόπολη, για τον θεό, για το δούναι και λαβείν της ανθρώπινης φύσης.
Πρόσθεσε επίσης πως παρόλο που δεν συμφώνησε και δεν θα συμφωνούσε ποτέ με την αθεΐα μου, πλέον απαγόρευε στον εαυτό του να με ξανακρίνει και να με επιπλήξει γι'αυτήν.

Αρκετούς μήνες μετά από εκείνη τη συζήτηση, έλαβα ένα γράμμα από τον φίλο μακρινό και χαμένο πλέον από χρόνια. Μου έγραφε από την άλλη μεριά της γης, από τόπο με διαφορετικό ήλιο, διαφορετικά ζώα, διαφορετικά φυτά, διαφορετικούς ανθρώπους.

Στο υστερόγραφο μου υπενθύμιζε:
όταν καταφέρεις και καθίσεις σιωπηλός, μόνος σου, εσύ και ο εαυτός σου για δέκα λεπτά, χωρίς να ξυπνήσουν τα χειρότερα ελαττώματά σου, τότε δεν χρειάζεται να πιστεύεις πουθενά.





Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

η γάτα του Ζαν Μαρί Ντεκαπάζ

Ένα πρωί, η Ριρίκα είδε τοιχοκολλημένο ένα χαρτί δίπλα από την εξώπορτα του σπιτιού της.
Ο αντιπαθητικός άνδρας, τον οποίο φιλοξενούσε στο σπίτι της τα τελευταία 10 χρόνια, είχε αποφασίσει να κάνει έξωση στα ποντίκια.
Η Ριρίκα, που στην γειτονιά ήταν διάσημη ως "η μαύρη γάτα του Ζαν Μαρί", δεν χάρηκε καθόλου με αυτή την εξέλιξη.
Και πραγματικά, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όλα τα ποντίκια είχαν εξαφανιστεί από το σπίτι. Αθόρυβα, χωρίς φωνές και τυμπανοκρουσίες, χωρίς μάχες και δράματα, τα ποντίκια αποτελούσαν πια παρελθόν μέσα στο σπιτικό της.

Από τότε, η γάτα του Ζαν Μαρί αποφάσισε πως τους μισεί όλους. Κάθεται ήρεμη στην πολυθρόνα της και σκέφτεται έναν πιθανό γενικό αφανισμό.
Δεν τους αγάπησε ποτέ τους δίποδους. Ούτε και τους τετράποδους ομοίους της.
Ξέρει πως όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο πολύ μοιάζει στον υποτακτικό, φιλοξενούμενό της.
Δεν έχει ίχνος οργής μέσα της, μα ούτε και αγάπης.
Μισεί τους πάντες ήρεμη και περιμένει τον αφανισμό της.

Η γάτα του Ζαν Μαρί δεν τρώει από κονσέρβες. Δεν έμαθε ποτέ να τις ανοίγει.
Κι αν τα ποντίκια είναι άγευστα, αυτό η Ριρίκα δεν το ξέρει. Ρωτήστε καλύτερα άλλες γάτες.


Σάββατο 24 Μαΐου 2014

τα ακανόνιστα

Με ρωτούν και δεν απαντώ.
Όχι, δεν μένω σιωπηλός. Τραγουδάω.
Μου λένε να μαζέψω την ειρωνική μου διάθεση, να μην είμαι περιπαικτικός, να προσπαθήσω να επικοινωνήσω.
"Σε ποιον κώδικα;" τους απαντώ.
Με κοιτούν. Σιωπούν απροσδιόριστα.
Με αποδοκιμάζουν;
Μπορούν;
Είναι κι ένας που λέει πως τα καταλαβαίνει όλα.
Φταίει η γλάστρα στην οποία είμαι φυτεμένος, αραγμένος εδώ και καιρό, χωρίς να έχω βούληση να ψηλώσω. λέει.
Ούτε από μέσα μου τους απαντώ πια.
Τραγουδάω σε δικό μου τέμπο.
Είναι αυτοί οι κανονικοί.
Είμαστε κι εμείς που δεν τα κανονίσαμε ποτέ.
Τα ακανόνιστα.

Ο Θάνος συχνά συμπάσχει μαζί μου.
"Κουράστηκα να το παίζω χαζός για να επικοινωνώ -έστω και στοιχειωδώς- με τα υπόλοιπα έμβια." φτύνει απογοητευμένος.

Πόσες φορές σκέφτηκα πως πρέπει να ψάξουμε για άλλα.
"Για ποια;" ..θα με ρωτούσαν.
Καμία απάντηση. Ούτε λέξη πια.
Κάποιος στο βάθος μουρμουρίζει αφόρετους ρυθμούς.
Τον ακούς;


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

..δυο εικόνες - χιλιάδες ιστορίες..

Τον παππού, τον θυμάμαι να κρατά δυο καρπούζια στα χέρια.
Τη γιαγιά να τινάζει με μανία τα χαλιά.
Αυτές οι δυο εικόνες, περιέχουν μέσα τους χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.
Άραγε από όλους αυτούς τους ζωντανούς που ζουζουνίζουν γύρω μου, θα έχω να θυμάμαι τίποτα όταν θα αποδημήσουν;
Καμιά φορά σκέφτομαι τι θα έλεγε ο κόσμος για μένα ή αν θα είχε να θυμάται κατιτίς για την αφεντιά μου, μα γρήγορα τραβώ αυτή τη σκέψη πίσω. Όταν δεν έχεις υπάρξει ποτέ στ' αλήθεια, είναι λογικό να μη σε θυμάται ποτέ κανείς.

Συμπέρασμα λοιπόν...

Δεν μιλάω σε κανέναν.
Δεν με ενοχλεί κανείς.
Κι αφού λέω πως δεν υπήρξα μέχρι τώρα, πετάω και τα τελευταία βάρη.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να ψάξω τους καινούριους φίλους μου, τη νέα μου δουλεία και την αγαπημένη μου.
Από αύριο καλύτερα.
Τώρα είναι ώρα για ύπνο.
Για ύπνο βαθύ, όπου μέσα του ξετυλίγονται εικόνες που αντανακλούν.. χιλιάδες καθημερινές ιστορίες.