Κάποια στιγμή, ήμουν σίγουρος πως δεν θα ξαναερωτευτώ.
Έπεσα έξω.
Νομίζω ότι ερωτεύομαι.
Την εξέγερση.
Θα της κάνω πρόταση..να βγούμε έξω. Ραντεβού.
Να τα σπάσουμε!
Αφού τα πάντα στο δρόμο θα καταλήξουν.
Κι οι έρωτες εκεί μας περιμένουν.
Ας μην κάνουμε άλλο πως δεν καταλαβαίνουμε.
Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013
Κυριακή 23 Ιουνίου 2013
Κυριακή
Αν δεν είχαμε ονομάσει τις μέρες, πάντα θα μπέρδευα την Τρίτη με την Τετάρτη. Θα νόμιζα πως το Σάββατο είναι Παρασκευή και η Δευτέρα ένα κακό όνειρο της νύχτας που προηγήθηκε.
Μα θα μπορούσα πάντα να ξεχωρίσω μια μέρα!
Περπατάω σε δρόμους ήρεμους την Κυριακή. Δεν με αποσπούν πολλά λεωφορεία στο διάβα μου.
Χαλαρή και πιο ξεκούραστη αναπνέει η πόλη.
Είναι που οι πιο αφελείς ιδέες - αυτές που αυτοκαταστρέφονται τις υπόλοιπες ημέρες - μου 'ρχονται
πάντα τις Κυριακές.
Εκείνα που έγιναν και αυτά που θα ΄θελα να συμβούν, έρχονται σχεδόν πάντα στο μυαλό μου κάτι κυριακάτικα απογεύματα.
Το βράδυ της Κυριακής ανασαίνω πιο βαριά. Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι τελειώνει, μα ούτε και ελπίζω πως κάτι θα αρχίσει την επαύριο. Παρ' όλα αυτά..αδημονώ.
Μα θα μπορούσα πάντα να ξεχωρίσω μια μέρα!
Περπατάω σε δρόμους ήρεμους την Κυριακή. Δεν με αποσπούν πολλά λεωφορεία στο διάβα μου.
Χαλαρή και πιο ξεκούραστη αναπνέει η πόλη.
Είναι που οι πιο αφελείς ιδέες - αυτές που αυτοκαταστρέφονται τις υπόλοιπες ημέρες - μου 'ρχονται
πάντα τις Κυριακές.
Εκείνα που έγιναν και αυτά που θα ΄θελα να συμβούν, έρχονται σχεδόν πάντα στο μυαλό μου κάτι κυριακάτικα απογεύματα.
Το βράδυ της Κυριακής ανασαίνω πιο βαριά. Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι τελειώνει, μα ούτε και ελπίζω πως κάτι θα αρχίσει την επαύριο. Παρ' όλα αυτά..αδημονώ.
Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
τι σκέφτεστε δεσποινίς?
κάθονται σε ένα τραπέζι απέναντί μου. η μια αντίκρυ στην άλλη. φορούν καπέλα περίεργα κι οι δυο τους. κοιτάζονται και μιλούν. χειρονομούν. είναι τόσο κοντά μου, που ακούω τι λένε. καταλαβαίνω ότι δεν έχουν να πουν τίποτα η μία στην άλλη. μιλάει η καθεμιά για τον εαυτό της. ξεφορτώνει η καθεμιά τον καημό της. εναλλάξ.
αν πρέπει να υπολογίσω το ανακουφιστικό του πράγματος, δεν νομίζω πως το καταφέρνουν. με τον ίδιο καημό θα σηκωθούν από το τραπέζι, με αυτόν που ήρθαν κι έκατσαν. ούτε θα κλέψουν λίγο από τον καημό του άλλου, ούτε θα χαρίσουν λίγο από τον δικό τους. μία η άλλη.. όσο διαρκεί ένας καφές και τρία τσιγάρα.
τις ακούω και καταλαβαίνω πως ούτε τα μισά, από αυτά που έχουν μέσα τους, δεν ξεδιπλώνουν.
φαίνεται στις γκριμάτσες τους. στις φάτσες που φορούν. αποτέλεσμα χρόνιας προσπάθειας οι φάτσες που φορούν. βαρύ το τίμημα. πολλοί οι λογαριασμοί. μισόκλειστοι.
μα είναι και μια άλλη. αυτή που κάθεται πάντα μόνη της. κοιτά μόνο μέσα στο φλιτζάνι που κρατά.
φοράει κι αυτή καπέλο. γι' αυτήν δεν ξέρω να σας πω τίποτα.
αν πρέπει να υπολογίσω το ανακουφιστικό του πράγματος, δεν νομίζω πως το καταφέρνουν. με τον ίδιο καημό θα σηκωθούν από το τραπέζι, με αυτόν που ήρθαν κι έκατσαν. ούτε θα κλέψουν λίγο από τον καημό του άλλου, ούτε θα χαρίσουν λίγο από τον δικό τους. μία η άλλη.. όσο διαρκεί ένας καφές και τρία τσιγάρα.
τις ακούω και καταλαβαίνω πως ούτε τα μισά, από αυτά που έχουν μέσα τους, δεν ξεδιπλώνουν.
φαίνεται στις γκριμάτσες τους. στις φάτσες που φορούν. αποτέλεσμα χρόνιας προσπάθειας οι φάτσες που φορούν. βαρύ το τίμημα. πολλοί οι λογαριασμοί. μισόκλειστοι.
μα είναι και μια άλλη. αυτή που κάθεται πάντα μόνη της. κοιτά μόνο μέσα στο φλιτζάνι που κρατά.
φοράει κι αυτή καπέλο. γι' αυτήν δεν ξέρω να σας πω τίποτα.
![]() |
| Edward-Hopper Automat 1927 |
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013
ύπαρξη
Εκείνο το πρωινό της Δευτέρας, με ξύπνησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Λουκάς στην άλλη άκρη της γραμμής. Μου είπε να περάσω από το γραφείο να πιούμε έναν καφέ. Είχαμε καιρό να τα πούμε.
Χασμουρήθηκα και σκέφτηκα άκεφα πως τώρα που δεν είχα το καθημερινό πρωινό ξύπνημα για την δουλειά, περίσσευε αρκετός χρόνος για καφέδες. Θα μπορούσα να τους υποστώ.
Πηγαίνοντας για το γραφείο του Λουκά, πέρασα μπροστά από το ψιλικατζίδικο του Χάρη. Ο Χάρης, πίσω από το ταμείο, κατσουφιασμένος και σκεπτικός, έσκασε ένα χαμόγελο μόλις με αντίκρισε.
Αγόρασα ένα πακέτο τσιγάρα και ένα μπουκάλι γάλα για το δρόμο, είπαμε δυο κουβέντες για την κρίση και έφυγα, αφήνοντάς τον εκεί να συνεχίσει ανενόχλητος και κατσουφιασμένος να - προσποιείται πως - εργάζεται.
Έπρεπε να πληρώσω τη δόση του δανείου και έκανα μια στάση στην τράπεζα. Πάντα με εξυπηρετούσε ο φίλος μου ο Πάρης και με γλίτωνε από την βασανιστική "ουρά" στο γκισέ.
Μπαίνοντας στην τράπεζα, αντίκρισα τον Αλέξη, όρθιο και ανήσυχο, μόλις είχε τελειώσει από το ταμείο. Δεν μου χαμογέλασε, με χτύπησε φιλικά στον ώμο και μου είπε πως τον "έχωσε" η εταιρεία τελευταία στιγμή, να προλάβει κάποιες επιταγές πριν σφραγιστούν. Του είπα "υπομονή και δύναμη φίλε" και τον άφησα να φύγει χωρίς να του χαλάσω την ψευδαίσθηση πως εργάζεται για κάποια εταιρεία και για κάποιο σκοπό.
Στο βάθος ο Πάρης μιλούσε στο τηλέφωνο, σχεδόν καθισμένος στο γραφείο του.
Μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να καθίσω και να περιμένω μισό λεπτό να κλείσει το τηλέφωνο.
Μετά από δυο λεπτά, μου πήρε τον λογαριασμό από τα χέρια, πήγε πίσω από τον ταμεία, του είπε κάτι στο αυτί και επέστρεψε στην θέση του. Μου είπε πόσο λυπάται που με απέλυσαν, μου έδωσε κουράγιο και πρόσθεσε πως κανείς δεν χάνεται. Άκουσα τον εαυτό μου να απαντάει "ευχαριστώ φίλε" και εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του. Τον χαιρέτησα με ένα νεύμα και προχώρησα προς την έξοδο της τράπεζας, αφήνοντάς τον με το ακουστικό στο αυτί, να - προσποιείται πως - εργάζεται.
Περπατώντας για το γραφείο του Λουκά, παρατηρούσα τριγύρω μου, τα κλειστά καταστήματα. Δύο κλειστά, ένα ανοιχτό..σε αναλογία.
Έφτασα στο γραφείο του Λουκά. Μου άνοιξε με ένα τεράστιο χαμόγελο και μια φοβερή διάθεση!
"Όλη η μέρα δική σου από σήμερα ρε μπαγάσα!" κάγχασε!
"Άσε τις μαλακίες Λουκ και παρήγγειλε κανένα καφέ να ανοίξει το μάτι μας" του είπα δήθεν πειραγμένος.
Ήπιαμε τον καφέ, είπαμε για το τι σκέφτομαι να κάνω τώρα, συζητήσαμε για την γραμματέα του που πηδάει και τον υποψιάζεται η γυναίκα του, ανέφερε πως αν χρειαστώ χρήματα κάποια στιγμή να μην διστάσω και... αφού πέρασε η ώρα χαιρέτησα, αφήνοντας τον εκεί στο γραφείο του να κάνει πως εργάζεται.
Επιστρέφοντας για το σπίτι, συνάντησα στο μπακάλικο τον Άκη. Μου είπε πως το Σαββατοκύριακο θα πάει στο εξοχικό του στην Χαλκιδική και πως θα του ήταν πολύ ευχάριστο να τον συνοδέψω και γω, να περάσουμε δυο μέρες στη φύση και φυσικά να ψαρεύουμε όλη μέρα. Αυτό ήταν το νόημα της ύπαρξής του και δεν το έκρυβε. Κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινε στο εξοχικό του και παρίστανε πως ψάρευε. Σπάνια έπιανε κάτι, μα δεν έμοιαζε ντε και καλά πως τον ενδιέφερε να πιάσει ψάρια.
Του είπα πως θα πάω διήμερο στους γονείς μου και απέφυγα για άλλη μια φορά το Σαββατοκύριακο του ψαρέματος.
Μπήκα σπίτι, άναψα το μάτι της κουζίνας για να βράσω νερό και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο.
Στο απέναντι πάρκο, σε ένα παγκάκι, ένα ζευγαράκι με σχολικές τσάντες στους ώμους, παρίστανε το ερωτευμένο. Προσποιούνταν πως φιλιούνται και στο μεσοδιάστημα σίγουρα ψιθύριζαν υποτιθέμενες λατρείες και αγάπες.
Στην απέναντι πολυκατοικία, στον δεύτερο, η κυρά Γεωργία έπαιζε το ρόλο της νοικοκυράς τινάζοντας χαλιά, ενώ λίγο παραπάνω, στον τρίτο, δυο τύποι παρίσταναν τους εργάτες που προσπαθούν να περάσουν μια τεράστια τέντα περιμετρικά του διαμερίσματος.
Μπήκα μέσα, κάθισα στον καναπέ και άνοιξα την τηλεόραση. Μια ξανθιά με τακούνια υποδυόταν την παρουσιάστρια, την ίδια στιγμή που στο διπλανό κανάλι, μια δημοσιογράφος μιμούνταν έναν πράσινο παπαγάλο, παρουσιάζοντας τις υποτιθέμενες ειδήσεις του μεσημβρινού δελτίου.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να 'ταν που αποφάσισα να αποδεχτώ την όλη απάτη. Μέχρι το μεσημέρι είχα φτάσει και δεν υπήρχε πια λόγος να προχωρήσει παρακάτω η μέρα. Αποφάσισα αυτοστιγμή πως έπρεπε να αποσπαστώ από όλο αυτό. Θα περίμενα στην άκρη να με προσπεράσει όλη αυτή η ύπαρξη, ενώ εγώ θα την κοιτούσα απλά να φεύγει και να ξεμακραίνει. Και όταν θα ήμουν σίγουρος πως έφυγε, τότε και μόνο τότε θα ξανατρύπωνα στον εαυτό μου, αυθαίρετα και μυστικά, αποφεύγοντας να περάσω ξανά από την ίδια πόρτα εισόδου... για να δω πως πραγματικά είναι οι άνθρωποι και αυτά που τους περιτριγυρίζουν.
Χασμουρήθηκα και σκέφτηκα άκεφα πως τώρα που δεν είχα το καθημερινό πρωινό ξύπνημα για την δουλειά, περίσσευε αρκετός χρόνος για καφέδες. Θα μπορούσα να τους υποστώ.
Πηγαίνοντας για το γραφείο του Λουκά, πέρασα μπροστά από το ψιλικατζίδικο του Χάρη. Ο Χάρης, πίσω από το ταμείο, κατσουφιασμένος και σκεπτικός, έσκασε ένα χαμόγελο μόλις με αντίκρισε.
Αγόρασα ένα πακέτο τσιγάρα και ένα μπουκάλι γάλα για το δρόμο, είπαμε δυο κουβέντες για την κρίση και έφυγα, αφήνοντάς τον εκεί να συνεχίσει ανενόχλητος και κατσουφιασμένος να - προσποιείται πως - εργάζεται.
Έπρεπε να πληρώσω τη δόση του δανείου και έκανα μια στάση στην τράπεζα. Πάντα με εξυπηρετούσε ο φίλος μου ο Πάρης και με γλίτωνε από την βασανιστική "ουρά" στο γκισέ.
Μπαίνοντας στην τράπεζα, αντίκρισα τον Αλέξη, όρθιο και ανήσυχο, μόλις είχε τελειώσει από το ταμείο. Δεν μου χαμογέλασε, με χτύπησε φιλικά στον ώμο και μου είπε πως τον "έχωσε" η εταιρεία τελευταία στιγμή, να προλάβει κάποιες επιταγές πριν σφραγιστούν. Του είπα "υπομονή και δύναμη φίλε" και τον άφησα να φύγει χωρίς να του χαλάσω την ψευδαίσθηση πως εργάζεται για κάποια εταιρεία και για κάποιο σκοπό.
Στο βάθος ο Πάρης μιλούσε στο τηλέφωνο, σχεδόν καθισμένος στο γραφείο του.
Μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να καθίσω και να περιμένω μισό λεπτό να κλείσει το τηλέφωνο.
Μετά από δυο λεπτά, μου πήρε τον λογαριασμό από τα χέρια, πήγε πίσω από τον ταμεία, του είπε κάτι στο αυτί και επέστρεψε στην θέση του. Μου είπε πόσο λυπάται που με απέλυσαν, μου έδωσε κουράγιο και πρόσθεσε πως κανείς δεν χάνεται. Άκουσα τον εαυτό μου να απαντάει "ευχαριστώ φίλε" και εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του. Τον χαιρέτησα με ένα νεύμα και προχώρησα προς την έξοδο της τράπεζας, αφήνοντάς τον με το ακουστικό στο αυτί, να - προσποιείται πως - εργάζεται.
Περπατώντας για το γραφείο του Λουκά, παρατηρούσα τριγύρω μου, τα κλειστά καταστήματα. Δύο κλειστά, ένα ανοιχτό..σε αναλογία.
Έφτασα στο γραφείο του Λουκά. Μου άνοιξε με ένα τεράστιο χαμόγελο και μια φοβερή διάθεση!
"Όλη η μέρα δική σου από σήμερα ρε μπαγάσα!" κάγχασε!
"Άσε τις μαλακίες Λουκ και παρήγγειλε κανένα καφέ να ανοίξει το μάτι μας" του είπα δήθεν πειραγμένος.
Ήπιαμε τον καφέ, είπαμε για το τι σκέφτομαι να κάνω τώρα, συζητήσαμε για την γραμματέα του που πηδάει και τον υποψιάζεται η γυναίκα του, ανέφερε πως αν χρειαστώ χρήματα κάποια στιγμή να μην διστάσω και... αφού πέρασε η ώρα χαιρέτησα, αφήνοντας τον εκεί στο γραφείο του να κάνει πως εργάζεται.
Επιστρέφοντας για το σπίτι, συνάντησα στο μπακάλικο τον Άκη. Μου είπε πως το Σαββατοκύριακο θα πάει στο εξοχικό του στην Χαλκιδική και πως θα του ήταν πολύ ευχάριστο να τον συνοδέψω και γω, να περάσουμε δυο μέρες στη φύση και φυσικά να ψαρεύουμε όλη μέρα. Αυτό ήταν το νόημα της ύπαρξής του και δεν το έκρυβε. Κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινε στο εξοχικό του και παρίστανε πως ψάρευε. Σπάνια έπιανε κάτι, μα δεν έμοιαζε ντε και καλά πως τον ενδιέφερε να πιάσει ψάρια.
Του είπα πως θα πάω διήμερο στους γονείς μου και απέφυγα για άλλη μια φορά το Σαββατοκύριακο του ψαρέματος.
Μπήκα σπίτι, άναψα το μάτι της κουζίνας για να βράσω νερό και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο.
Στο απέναντι πάρκο, σε ένα παγκάκι, ένα ζευγαράκι με σχολικές τσάντες στους ώμους, παρίστανε το ερωτευμένο. Προσποιούνταν πως φιλιούνται και στο μεσοδιάστημα σίγουρα ψιθύριζαν υποτιθέμενες λατρείες και αγάπες.
Στην απέναντι πολυκατοικία, στον δεύτερο, η κυρά Γεωργία έπαιζε το ρόλο της νοικοκυράς τινάζοντας χαλιά, ενώ λίγο παραπάνω, στον τρίτο, δυο τύποι παρίσταναν τους εργάτες που προσπαθούν να περάσουν μια τεράστια τέντα περιμετρικά του διαμερίσματος.
Μπήκα μέσα, κάθισα στον καναπέ και άνοιξα την τηλεόραση. Μια ξανθιά με τακούνια υποδυόταν την παρουσιάστρια, την ίδια στιγμή που στο διπλανό κανάλι, μια δημοσιογράφος μιμούνταν έναν πράσινο παπαγάλο, παρουσιάζοντας τις υποτιθέμενες ειδήσεις του μεσημβρινού δελτίου.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να 'ταν που αποφάσισα να αποδεχτώ την όλη απάτη. Μέχρι το μεσημέρι είχα φτάσει και δεν υπήρχε πια λόγος να προχωρήσει παρακάτω η μέρα. Αποφάσισα αυτοστιγμή πως έπρεπε να αποσπαστώ από όλο αυτό. Θα περίμενα στην άκρη να με προσπεράσει όλη αυτή η ύπαρξη, ενώ εγώ θα την κοιτούσα απλά να φεύγει και να ξεμακραίνει. Και όταν θα ήμουν σίγουρος πως έφυγε, τότε και μόνο τότε θα ξανατρύπωνα στον εαυτό μου, αυθαίρετα και μυστικά, αποφεύγοντας να περάσω ξανά από την ίδια πόρτα εισόδου... για να δω πως πραγματικά είναι οι άνθρωποι και αυτά που τους περιτριγυρίζουν.
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013
βολικό καλοκαίρι!
Μπήκε το καλοκαίρι.
Αυτό το καλοκαίρι, θα ζήσει όπως θέλουν οι άλλοι.
Θα κάνει τη ζωή των άλλων.
Μια ευγενική προσφορά του στο σύμπαν.
Θερινός φόρος τιμής στην άβουλη-ελεύθερη ύπαρξη.
Δεν φαίνεται δυσαρεστημένος σ'αυτή την προοπτική.
Απεναντίας..
Δεν έχει δικές του επιθυμίες...ούτε σχέδια...ούτε σκέψεις...
Ας αποφασίσουν οι άλλοι για όλα!
Πολύ βολικό!
Αυτός απλά θα χαμογελάει! Όλο το καλοκαίρι! Μόνο αυτό να μην ξεχνάει. Να χαμογελάει..
Όλα τα άλλα..ας τα κάνουν οι άλλοι..
- πάμε το βραδάκι στο θερινό? έχει μια προβολή μόνο για.. εμάς!
- πάμε! :-)
Αυτό το καλοκαίρι, θα ζήσει όπως θέλουν οι άλλοι.
Θα κάνει τη ζωή των άλλων.
Μια ευγενική προσφορά του στο σύμπαν.
Θερινός φόρος τιμής στην άβουλη-ελεύθερη ύπαρξη.
Δεν φαίνεται δυσαρεστημένος σ'αυτή την προοπτική.
Απεναντίας..
Δεν έχει δικές του επιθυμίες...ούτε σχέδια...ούτε σκέψεις...
Ας αποφασίσουν οι άλλοι για όλα!
Πολύ βολικό!
Αυτός απλά θα χαμογελάει! Όλο το καλοκαίρι! Μόνο αυτό να μην ξεχνάει. Να χαμογελάει..
Όλα τα άλλα..ας τα κάνουν οι άλλοι..
- πάμε το βραδάκι στο θερινό? έχει μια προβολή μόνο για.. εμάς!
- πάμε! :-)
Τρίτη 28 Μαΐου 2013
ανάμεσα σε δύο ορόφους
Καταλαβαίνω πολύ καλά τι μου λες. Αλήθεια. Σε καταλαβαίνω πραγματικά.
Σαν να σε βλέπω.
Μπαίνεις αλαφιασμένη στην πολυκατοικία. Καλείς το ασανσέρ. Πατάς το 5. Ψηλά θέλεις να πας, να βγάλεις το κεφάλι σου έξω, να ανασάνεις. Και τότε είναι που σβήνουν τα φώτα. Το τρενάκι προς την κορυφή σταματά απότομα. Ανάμεσα σε δύο ορόφους. Σε αδειανό κτίριο. Σε άδεια πόλη. Σταμάτησε ο χρόνος. Το ασανσέρ μοιάζει άδειο. Γεμάτο από τίποτα και άδειο από αέρα.
Στο περιθώριο. Εκεί σε πέταξαν. Αχρείαστη νιώθεις. Είσαι.
Σε καταλαβαίνω. Αλήθεια.
Σαν να σε βλέπω.
Μπαίνεις αλαφιασμένη στην πολυκατοικία. Καλείς το ασανσέρ. Πατάς το 5. Ψηλά θέλεις να πας, να βγάλεις το κεφάλι σου έξω, να ανασάνεις. Και τότε είναι που σβήνουν τα φώτα. Το τρενάκι προς την κορυφή σταματά απότομα. Ανάμεσα σε δύο ορόφους. Σε αδειανό κτίριο. Σε άδεια πόλη. Σταμάτησε ο χρόνος. Το ασανσέρ μοιάζει άδειο. Γεμάτο από τίποτα και άδειο από αέρα.
Στο περιθώριο. Εκεί σε πέταξαν. Αχρείαστη νιώθεις. Είσαι.
Σε καταλαβαίνω. Αλήθεια.
Σάββατο 25 Μαΐου 2013
εσείς? απλή σπατάλη οξυγόνου..
αχ.. τι ωραία που τα γράφεις!
θα σε διαβάζω συνεχώς!
είσαι μεγάλο πνεύμα εσύ! θα γίνεις μεγάλος συγγραφέας-ποιητής-φιλόσοφος!
να τα εκδόσεις!
εντάξει..έχω κολλήσει λέμε!
γράφεις..αυτά που σκέφτομαι dude! respect!
δικά σου είναι? και δεν σε είχα για τέτοιο..
ρε μπας και είσαι σχιζοφρενής? παίζει καμιά διπολική προσωπικότητα εντός σου?
όσο υπάρχετε, τόσο περισσότερο θα αηδιάζω..
κι αν πνιγείτε με το σάλιο σας, θα σταματήσω να αυθαδιάζω..
απορώ.. με τόσο χάος που υπάρχει ανάμεσα στο μυαλό σας και στις πράξεις σας, πως γίνεται και γλιτώνουμε αυτήν την πουτάνα την εντροπία! κρίμα μεγάλο είναι..
θα ήθελα να γράψω σχετικά με την υπόστασή σας, τους -και καλά- έρωτές σας και τα συναισθήματά σας, το πως βλέπετε τη ζωή, την κρίση σας(sic) και τα θέλω σας.
θα σε διαβάζω συνεχώς!
είσαι μεγάλο πνεύμα εσύ! θα γίνεις μεγάλος συγγραφέας-ποιητής-φιλόσοφος!
να τα εκδόσεις!
εντάξει..έχω κολλήσει λέμε!
γράφεις..αυτά που σκέφτομαι dude! respect!
δικά σου είναι? και δεν σε είχα για τέτοιο..
ρε μπας και είσαι σχιζοφρενής? παίζει καμιά διπολική προσωπικότητα εντός σου?
όσο υπάρχετε, τόσο περισσότερο θα αηδιάζω..
κι αν πνιγείτε με το σάλιο σας, θα σταματήσω να αυθαδιάζω..
απορώ.. με τόσο χάος που υπάρχει ανάμεσα στο μυαλό σας και στις πράξεις σας, πως γίνεται και γλιτώνουμε αυτήν την πουτάνα την εντροπία! κρίμα μεγάλο είναι..
θα ήθελα να γράψω σχετικά με την υπόστασή σας, τους -και καλά- έρωτές σας και τα συναισθήματά σας, το πως βλέπετε τη ζωή, την κρίση σας(sic) και τα θέλω σας.
θα ΄θελα να ξεράσω.. οχετό λέμε!
και κρατιέμαι.. συνεχώς κρατιέμαι.. και σας χαμογελάω κιόλας όταν σας συναντώ.. ανθρωπάρια.
και κρατιέμαι.. συνεχώς κρατιέμαι.. και σας χαμογελάω κιόλας όταν σας συναντώ.. ανθρωπάρια.
σκουπίδια ανακυκλώσιμα, ξεπεσμένοι ημιμπουρζουάδες, στοιχηματζήδες της γιουροβίζιον..
Κυριακή 19 Μαΐου 2013
μα τι σου βρίσκουν πια?
φοβερός τύπος! πολλοί επιζητούν την παρέα του. πάρα πολλοί. δεν χωράνε με τίποτα στο ημερολόγιο όλοι αυτοί!
στην αρχή ένιωθε ένα βάρος. μετά έγινε αβάσταχτο. μετά άρχισαν να του τελειώνουν οι δικαιολογίες και τα ψέμματα. κι έπειτα, τους έγραψε όλους στ'αρχίδια του.
και χωρίς να αλλάξει τόπο παρακαλώ! ούτε πρόσωπο! ούτε αριθμό! απλά..στ'αρχίδια του.
και τον άφησαν ήσυχο..τελικά. πάλι δεύτεροι ρε φίλε..
γιατί να καις τις ώρες σου με τους δεύτερους, όταν γνωρίζεις ότι είσαι τελευταίος?
άστους να λένε πως τον έχει πιάσει μια μανία να το σκάει από παντού πια.
και ότι κρύβεται.
και ότι δεν είναι καλά αυτό τον καιρό.
και..και..και.. μέχρι να του ξανατηλεφωνήσουν, μπας και τους γεμίσει το, μόνιμα δεύτερο, κενό τους!
άσε τους δεύτερους να λένε..
αυτός αράζει με τους τελευταίους, σέρνεται και σέρνει. καταλαβαίνει. κι αυτό μόνο του αρκεί.
μου είπε πως αγαπάει μόνο αυτούς που καταλαβαίνουν. τους υπόλοιπους τους θεωρεί αναντίρρητα θλιβερούς και άθλιους.
"καταλαβαίνεις ποιους.." μου είπε.
"καταλαβαίνω.." του είπα.
στην αρχή ένιωθε ένα βάρος. μετά έγινε αβάσταχτο. μετά άρχισαν να του τελειώνουν οι δικαιολογίες και τα ψέμματα. κι έπειτα, τους έγραψε όλους στ'αρχίδια του.
και χωρίς να αλλάξει τόπο παρακαλώ! ούτε πρόσωπο! ούτε αριθμό! απλά..στ'αρχίδια του.
και τον άφησαν ήσυχο..τελικά. πάλι δεύτεροι ρε φίλε..
γιατί να καις τις ώρες σου με τους δεύτερους, όταν γνωρίζεις ότι είσαι τελευταίος?
άστους να λένε πως τον έχει πιάσει μια μανία να το σκάει από παντού πια.
και ότι κρύβεται.
και ότι δεν είναι καλά αυτό τον καιρό.
και..και..και.. μέχρι να του ξανατηλεφωνήσουν, μπας και τους γεμίσει το, μόνιμα δεύτερο, κενό τους!
άσε τους δεύτερους να λένε..
αυτός αράζει με τους τελευταίους, σέρνεται και σέρνει. καταλαβαίνει. κι αυτό μόνο του αρκεί.
μου είπε πως αγαπάει μόνο αυτούς που καταλαβαίνουν. τους υπόλοιπους τους θεωρεί αναντίρρητα θλιβερούς και άθλιους.
"καταλαβαίνεις ποιους.." μου είπε.
"καταλαβαίνω.." του είπα.
Δευτέρα 13 Μαΐου 2013
ανάμεσα σε δύο κόσμους
Αν ήμουνα φιλμ, θα ήμουν από αυτά που καίγονται και δεν μπορείς ποτέ να δεις τις φωτογραφίες.. εκείνες που αρνήθηκαν την μόνιμη αιχμαλωσία τους.
Αν η ζωή μου ήταν ταινία, θα ήταν ένα ατέρμονο pause. Όχι σε τυχαίες στιγμές. Το pause πάντα γίνεται σε συγκεκριμένο χρόνο.
Σήμερα ας πούμε. Όταν με ρώτησε, "και τι είπαμε πως κάνεις στη ζωή σου? εννοώ με τι ασχολείσαι?"... πριν πατήσω pause πρόλαβα να πω, "μισό λεπτό, έχω μια επείγουσα κλήση και επανέρχομαι".
Δεν είναι ποτέ προσχεδιασμένο το πάγωμα. Παγώνω όταν βρίσκομαι σε αμηχανία, ενίοτε σε αηδία.
Στην σελίδα 245, στην τελευταία παράγραφο, διάβασα το εξής: "Πάντα φοβόμουνα μήπως ήμουν λίγο-πολύ κενός. Μήπως δεν είχα κοντολογίς, κανένα σοβαρό λόγο να υπάρχω. Τώρα, βεβαιώθηκα έμπρακτα για το ατομικό μου τίποτα."
Τον κόσμο τον χώρισα στα δύο, πριν από μερικά χρόνια. Ανάμεσα στις δύο ανθρωπότητες, οι στιγμές που πατάω pause είναι πια ένα σχεδόν καθημερινό, άθλιο παιχνίδι. Δενθέλω να υπάρχω στον κόσμο τους και όταν μου το θυμίζουν, παγώνω τη στιγμή. Και μετά την καίω.
Στον κόσμο τους νιώθω ένα τίποτα. Και αυτοί τίποτα είναι, απλά δεν έχουν βρει ακόμα το κλειδί που ανοίγει την θυρίδα του αυτοσεβασμού.
Στον κόσμο μου είναι αλλιώς. Αυτοί παραμένουν τίποτα, προς μεγάλη μου λύπη. Μοιάζουν το ίδιο ξεπεσμένοι όσο και στον δικό τους κόσμο, μα εδώ, υπάρχει η ελπίδα να ανασυστηθούν.
Δεν είναι σύγκρουση δύο κόσμων. Ούτε συνύπαρξη.
Δεν είναι το ψεύτικο από τη μια και το αληθινό από την άλλη.
Δεν είναι θέμα αντίθεσης, μα ούτε και σύνθεσης.
Δεν είναι pause αντί για stop.
Δεν είναι τίποτα.
Και αν είναι τίποτα, τουλάχιστον δεν έχει πιαστεί αιχμάλωτο σε κανένα καμένο φιλμ.
Αν η ζωή μου ήταν ταινία, θα ήταν ένα ατέρμονο pause. Όχι σε τυχαίες στιγμές. Το pause πάντα γίνεται σε συγκεκριμένο χρόνο.
Σήμερα ας πούμε. Όταν με ρώτησε, "και τι είπαμε πως κάνεις στη ζωή σου? εννοώ με τι ασχολείσαι?"... πριν πατήσω pause πρόλαβα να πω, "μισό λεπτό, έχω μια επείγουσα κλήση και επανέρχομαι".
Δεν είναι ποτέ προσχεδιασμένο το πάγωμα. Παγώνω όταν βρίσκομαι σε αμηχανία, ενίοτε σε αηδία.
Στην σελίδα 245, στην τελευταία παράγραφο, διάβασα το εξής: "Πάντα φοβόμουνα μήπως ήμουν λίγο-πολύ κενός. Μήπως δεν είχα κοντολογίς, κανένα σοβαρό λόγο να υπάρχω. Τώρα, βεβαιώθηκα έμπρακτα για το ατομικό μου τίποτα."
Τον κόσμο τον χώρισα στα δύο, πριν από μερικά χρόνια. Ανάμεσα στις δύο ανθρωπότητες, οι στιγμές που πατάω pause είναι πια ένα σχεδόν καθημερινό, άθλιο παιχνίδι. Δεν
Στον κόσμο τους νιώθω ένα τίποτα. Και αυτοί τίποτα είναι, απλά δεν έχουν βρει ακόμα το κλειδί που ανοίγει την θυρίδα του
Στον κόσμο μου είναι αλλιώς. Αυτοί παραμένουν τίποτα, προς μεγάλη μου λύπη. Μοιάζουν το ίδιο ξεπεσμένοι όσο και στον δικό τους κόσμο, μα εδώ, υπάρχει η ελπίδα να ανασυστηθούν.
Δεν είναι σύγκρουση δύο κόσμων. Ούτε συνύπαρξη.
Δεν είναι το ψεύτικο από τη μια και το αληθινό από την άλλη.
Δεν είναι θέμα αντίθεσης, μα ούτε και σύνθεσης.
Δεν είναι pause αντί για stop.
Δεν είναι τίποτα.
Και αν είναι τίποτα, τουλάχιστον δεν έχει πιαστεί αιχμάλωτο σε κανένα καμένο φιλμ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







